Η βουτιά της γοργόνας

 

Η Έλλη κατέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια της μικρής και παλιάς γέφυρας. Το μακρύ, κατάλευκο φόρεμα της βράχηκε για άλλη μία φορά, έως ότου φτάσει στον προορισμό της, το χρυσαφένιο βράχο, δίπλα στο λιμάνι, λίγο μετά το Φρυ με τα ξεχωριστά αρχιτεκτονικά του κτίσματα. Εκτός από τις αναρίθμητες σκέψεις της, το χαλαρό κύμα της θάλασσας ξυπνούσε και τη φαντασία της. Η μακρομαλλούσσα, σγουρομάλλα νέα με τα μελιά μάτια θέλησε να απομακρύνει για λίγο τη δύσκολη καθημερινότητα, να «καθαρίσει» το μυαλό της και να «μιλήσει» με τη θάλασσα διευκολύνοντας τις σωστές αποφάσεις να εμφανιστούν με υπερηφάνεια. Τι ομορφότερο από το να σκέφτεσαι ακούμποντας, χαϊδεύοντας και κλείνοντας στα χούφτα σου έστω λίγο από το κρυστάλλινο, μαγικό νερό των παραλιών της Κάσου!

Ήταν η ώρα που ο ήλιος ξεκίνησε το καθημερινό, μαγευτικό κι όμορφο ταξίδι της δύσης του. Το τοπίο πρόβαλε υπέροχο. Ο αέρας χάιδευε το πρόσωπο της Έλλης. Ακριβώς τότε είναι που βλέπουμε το χρώμα της θάλασσας να αναμειγνύεται με αυτό του ηλίου και να χαρίζουν στους επισκέπτες του σημείου ένα απαλό, ζεστό άγγιγμα, όπως ακριβώς το κεχριμπάρι. Η ατμόσφαιρα γέμισε ευωδιαστό, μεθυστικό άρωμα θυμαριού και κρίθαμου, ενός βοτάνου που συλλέγεται δίπλα στη θάλασσα και εσωκλείει μέσα του όλη την ιδιαίτερη ομορφιά του νησιού. Η Έλλη εισέπνεε με ευχαρίστηση.

Αγνάντευε για αρκετή ώρα τη θάλασσα. Για μία στιγμή, γύρισε το κεφάλι προς τα λιγοστά σύννεφα που τριγυρνούσαν στον ουρανό και έδιναν την εντύπωση φτερωτών αγγέλων αγκαλιάζοντας παράλληλα τη ψυχή και το σώμα. Το κούνημα των ποδιών της αγρίεψε το νερό κι έτσι, έστω για λίγο, μπορούσε να διακρίνει μόνο τις λεπτές και κινούμενες γραμμώσεις της θάλασσας στην ποθητή επιφάνειά της. Θέλησε να κολυμπήσει μέχρι το ψαροκάικο, που βρισκόταν στην άλλη άκρη του μικρού, καλοσχηματισμένου και γραφικού λιμανιού. Ξεκίνησε να περπατά στα ρηχά βρέχοντας περισσότερο το φόρεμά της. Το νερό έφθασε περίπου μέχρι τη μέση της, όταν… ακούστηκε η φωνή του!

– «Έλλη, δε θα έρθεις;»

Έστρεψε το κεφάλι της προς τα δεξιά και είδε μόλις λίγα μέτρα μακριά, ένα γέρο μέσα σε γαλανόλευκη, μικροσκοπική βαρκούλα με χρυσοκέντητα κουπιά. Έμεινε άφωνη και δεν ήξερε τι να απαντήσει αλλά ο γέρος συνέχισε:

– «μη φοβάσαι το μέλλον, μην αφήνεις τα όνειρά σου και μη ξεχνάς από πού κατάγεσαι». Αυτά ήταν τα λόγια του.

Μέχρι η νεαρή κοπέλα να συνειδητοποιήσει τις φράσεις του γέρου, αυτός τράβηξε βιαστικά κουπί και μετά από λίγα λεπτά χάθηκε η βάρκα του, αφήνοντας ίχνη μόνο στην επιφάνεια του νερού, τα οποία επίσης χάθηκαν μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα. Η Έλλη πλησίασε κι ανέβηκε στο βράχο, έστυψε το λευκό, μαργαριταρένιο της φόρεμα, έδιωξε από πάνω της τη λιγοστή αλμύρα κι επέστρεψε στο σπίτι.

Την επόμενη μέρα, δεν μπόρεσε να γευτεί τη μεγάλη της αγάπη, τη θάλασσα. Η γη της Κάσου φιλοξενεί εκατό και πλέον ξεχωριστά και ιδιαίτερα μοναστήρια και ξωκλήσια, απέραντους μύθους και ιστορίες για αερικά. Κάπου εκεί τριγυρνούσε. Και μέχρι η όμορφη βραδιά του καλοκαιριού να κάνει την εμφάνισή της, περνούσαν από μπροστά της οι σκηνές που έζησε και σκεφτόταν τα λόγια του άγνωστου γέρου, ο οποίος της δημιούργησε τόσο μεγάλα ερωτηματικά.

Ο βράχος της Έλλης περίμενε με ανυπομονησία την παρέα του, καθώς ήταν απομονωμένος κι έτσι πρόβαλαν λιγοστοί όσοι του κρατούσαν συντροφιά. Συνήθως, μόνο το κύμα τον πλησίαζε, με το γαλακτόμορφο και μουσικό άφρισμά του. Όταν μύρισε και αντίκρισε ξανά τη νεαρή με το ωραίο και λυγερό κορμί, χάρηκε τόσο πολύ που λαμπύριζε ακόμη περισσότερο. Η Έλλη φορούσε ένα χρυσαφένιο, ονειρεμένο φόρεμα. Την προηγούμενη μέρα είχε αφιερώσει πολλές ώρες, ώστε να συνειδητοποιήσει τα λόγια του γέρου και να επιλέξει πώς θα πορευθεί από δω και στο εξής.

Ο βαρκάρης δεν εμφανίστηκε ξανά αλλά η όμορφη νέα με τα μελιά μάτια δεν μπορούσε να το βγάλει από το νου της. Σαν αποφάσισε να επισκεφθεί τη θάλασσα, ψιθύρισε ότι ποτέ πια δε θα απαρνηθεί τη φύση της. Κατάλαβε ότι δεν αξίζει για τίποτε και για κανέναν να παραμελεί τα όνειρά της βγαίνοντας στη στεριά. Το στοιχείο της γοργόνας είναι το νερό. Μέσα του στηρίζεται, κολυμπάει, χαιρετάει τα ψάρια των ελληνικών νησιών, παίζει με τους θαλάσσιους φίλους της και όλοι χαίρονται κι εντυπωσιάζονται με τις χορευτικές της φιγούρες στο βυθό.

Πραγματικά τυχερός είναι ο άνθρωπος, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να πορεύεται υγιής στη ζωή, με λαμπερό, αληθινό χαμόγελο, αισιοδοξία και δημιουργική διάθεση. Είναι αυτός που δεν εγκλωβίζει μέσα του τα διάφορα συναισθήματα, δεν κοιτάζει πίσω του μένοντας στάσιμος και ονειρεύεται αγαπώντας τη φύση και τις ρίζες του.

Το να ζει δε κάποιος στη θάλασσα, αποτελεί κι αυτό τύχη, διότι αν και πιστεύει ότι περπατά μόνος του πάνω στη ψιλή αμμουδιά ή τις βραχώδεις παραλίες, στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Πάντοτε κάτι ή κάποιος τον συντροφεύει, τον καταλαβαίνει, τον αισθάνεται και το βοηθά να σκέπτεται καθαρά, ειδικά σε ένα βραχώδες τοπίο, όπως αυτό της Κάσου, όπου ζουν και αναπαράγονται σπάνια είδη ζώων και φυτών προσφέροντάς μας απεριόριστες εμπειρίες, βιώματα και την πεποίθηση ότι ζούμε σε τόπους με εκπληκτικά και ξεχωριστά χρώματα, ιδέες, μυρωδιές, ιστορίες, εσωτερικές και εξωτερικές ομορφιές, περιπάτους κι εξερευνήσεις.

Αντικρίζοντας την ερωτική, βελούδινη θάλασσα και δίχως δεύτερη σκέψη, η Έλλη αποχωρίστηκε με μιας το φόρεμά της, αφήνοντάς το πάνω στο φίλο της, το βράχο, αποχαιρετώντας τον με το πλούσιο δώρο της, το οποίο τον αγκάλιασε ολοκληρωτικά. Ήταν η τελευταία φορά που τον άγγιξε στη στεριά αλλά από τις πρώτες ως θαλασσινή αύρα.

Η βουτιά της γοργόνας στα ολοκάθαρα νερά της Κάσου ήταν ονειρική, τόσο πολύ που και ο ήλιος το χάρηκε στέλνοντας μία χρυσοκέντητη αχτίδα του να τη συντροφεύει μέχρι τον πλούσιο ελληνικό βυθό. Κάπου εκεί η Έλλη συνάντησε για δεύτερη φορά το βαρκάρη, άριστο γνώστη του θαλασσινού νερού.

– «Ήξερα ότι θα επιστρέψεις στη φύση σου. Είσαι διαφορετική, είσαι γοργόνα, είσαι Ελλάδα. Ό,τι κι αν συμβεί, μην πάψεις να κολυμπάς από δω και στο εξής», της είπε ο… βαρκάρης Ποσειδώνας.

       Κάπου εκεί, μέσα στο ελληνικό βυθό αλλά κοντά στην ακτή, χαιρέτισε τον Στράβωνα. Πέρασαν τόσες χιλιάδες χρόνια αλλά το έργο του με την αναφορά στην Κάσο ζει και μας θυμίζει το πλούσιο συγγραφικό έργο των προγόνων μας. Επίσης, χαιρέτισε τον Όμηρο, ο οποίος στην Ιλιάδα περιλαμβάνει το νησί των Δωδεκανήσων ως μία από τις ναυτικές δυνάμεις εναντίον της Τροίας. Κάπου εκεί μέσα στο βυθό, η γοργόνα συνειδητοποίησε ότι η Κάσος αποτέλεσε το πρώτο νησί των Δωδεκανήσων που συμμετείχε αποφασιστικά στον αγώνα της ανεξαρτησίας μετατρέποντας τα εμπορικά πλοία του στόλου της σε πολεμικά. Το άγγιγμα και η δύναμη της θάλασσας επαναφέρουν μνήμες, ιστορίες, μύθους αναρίθμητους.

Η Έλλη κατάλαβε ότι μόνο μέσα στη θάλασσα είναι ευτυχισμένη. Ποτέ ξανά δε θα αποπειραθεί να δραπετεύσει από τη φιλόξενη αγκαλιά της. Το ίδιο κι όλοι εμείς, που, κατά τη διάρκεια ενός δροσοστάλακτου πρωινού, διασχίζουμε το δρόμο, συντροφεύουμε με το άγγιγμά μας τους βράχους και ονειρευόμαστε με φόντο το απέραντο γαλάζιο. Γνωρίζουμε δε ότι η Έλλη μας βλέπει, μας αναγνωρίζει, ξέρει καλά ποιος αγαπάει τη θάλασσα και είναι ευτυχισμένη, όταν λατρεύουμε, σεβόμαστε και αγγίζουμε τα ελληνικά νερά.

 

*Αναστασία Πουλοπούλου

Δόκιμο Μέλος της ΕΣΕΤ 

Αφιερωμένο στην όμορφη Κάσο, ανακηρυγμένη Ηρωική Νήσο για τη θυσία των Κασιωτών στην Επανάσταση του 1821 και για το Ολοκαύτωμα του 1824

 

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η Έλλη αποτελεί εγγονή του Αιόλου, ο οποίος κρατούσε τους ανέμους μέσα στον ασκό του και τους απελευθέρωσες μετά από εντολή του Δία. Οι αέρηδες της Κάσου σε συνδυασμό με το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας αναδεικνύουν έναν χορό δυνατών συναισθημάτων, μυστηρίου, μεθυστικών αρωμάτων και μελωδιών, γαλήνης, φρεσκάδας και Ελλάδας ξεπερνώντας κάθε φουρτούνα.

 

Πηγές – έμπνευση

httpss://livetotravelandtaste.com/2020/12/11/20910/

httpss://www.ribandsea.com/apopseis/27-site-mobile.html

httpss://www.driverstories.g r /κάσος-ανέγγιχτη-από-τον-τουρισμό/

httpss://kasos-heroicisland.gr/fotografies/

httpss :// el . wikipedia . org / wiki /Έλλη

httpss://el.wikipedia.org/wiki/Αίολος