Ο Κάσος δεν άφησε το σημάδι της στην ιστορία ήδη από τα αρχαία χρόνια, δρώντας αρχικά ως λιμένας-στάση της γειτονικής φυλής των Φιλισταίων. Από τους ίδιους πιθανολογείται πως απέκτησε και το όνομά της, καθώς η φοινικική ρίζα “ικάς” αναφέρεται στην αφρό της θάλασσας, πιθανώς εμπνευσμένη από τα κύματα που σχηματίζονται εντός του στενού περάσματος μεταξύ Κάσου και Καρπάθου. Οι Άλλοι ιστορικοί της εποχής αναφέρονται στο νησί και ως Άμφη, Αρτράβη, Αστράβη και Άχνη. Η πρώτη εμφάνιση του ελληνικού στοιχείου στο νησί συμβαδίζει και με τον αποικισμό της από τους Μινωίτες και τους Μυκηναίους, στα τέλη της εποχής του Χαλκού, μεταξύ του 15 ου και του 11ουαιώνα π.Χ.. Το Εύλογο λοιπόν είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα ομηρικά έπη, η Κάσος συμμετείχε και στην Τρωική Εκστρατεία ως σύμμαχος των Αχαιών. Ο Όμηρος όχι μόνο γνωρίζει τα ονόματα και τη γεωγραφική θέση των νήσων των οποίων αναφέρει αλλά περιγράφει με λεπτομέρεια τους ηγεμόνες που συμμετείχαν στην εκστρατεία, καθώς και τη στρατιωτική συμβολή της που συνεισέφεραν στο πλευρό των Αχαιών. Ο Κάσος συγκεκριμένα εμφανίζεται στους στίχους 676-680 του δεύτερου βιβλίου της Ιλιάδος, οι οποίοι αναφέρουν:
οἳ δ᾽ ἄρα Νίσυρόν τ᾽ εἶχον Κράπαθόν τε Κάσον τε
καὶ Κῶν Εὐρυπύλοιο πόλιν νήσους τε Καλύδνας,
τῶν αὖ Φείδιππός τε καὶ Ἄντιφος ἡγησάσθην
Θεσσαλοῦ υἷε δύω Ἡρακλεΐδαο ἄνακτος:
τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.
Οι στίχοι περιγράφουν την συμμετοχή της Κάσου, μεταξύ άλλων, υπό την ηγεσία των αδερφών Φείδιππου και του Άντιφου, υιών του βασιλιά Θεσσαλού και εγγονών του Ηρακλή, οι οποίοι συμμετείχαν με στόλο που αριθμούσε τριάντα πλοία.
Εξαιτίας της Κατάρρευσης των Πολιτισμών της Εποχής του Χαλκού κατά τα τέλη του 11ου αιώνα π.Χ. δεν διασώζονται πληροφορίες από την συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας της Κάσου. Σε αντίθεση όμως με άλλους οικισμούς, οι οποίοι ερειπώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, η Κάσος όχι μόνο δεν έπαυσε να κατοικείται αλλά, όπως διαπιστώνουμε από την Κλασική Περίοδο, συνέχισε και την ναυτική της παράδοση. Συγκεκριμένα, γνωρίζουμε από τα κρατικά αρχεία της Αρχαίας Αθήνας ότι η Κάσος μετείχε στην Δηλιακή συμμαχία, καθώς στα εν λόγω αρχεία διακρίνεται πως οι Κασιώτες απέτιαν φόρο τιμής στην πόλη των Αθηνών ισάξιο με 0.17 τάλαντα, το έτος 434 π.Χ., ενώ μετείχαν παράλληλα με τον ετήσιο φόρο των χιλίων δραχμών. Εύλογο είναι να θεωρήσουμε πως η γεωγραφική θέση του νησιού καθώς και η συλλογική ναυτιλιακή εμπειρία αιώνων την καθιστούσαν χρήσιμο σύμμαχο των Αθηναίων.
Επιπροσθέτως, ένα ακόμη κομμάτι της αρχαιολογίας θα μας βοηθήσει να εκτιμήσουμε την στενή σχέση της Κάσου με την ναυτιλία. Αναφερόμαστε στα τέσσερα ναυάγια που εντοπίστηκαν στις θαλάσσιο χώρο της Κάσου μετά από υποβρύχια έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, το 2020. Χάρις στα φορτία τα οποία μετέφεραν, διαπιστώνουμε πως τρία εκ των τεσσάρων ναυαγίων χρονολογούνται μεταξύ του 5ου αιώνα π.Χ. και 3ου αιώνα μ.Χ.. Τα αρχαιότερα ευρήματα που εντοπίσθηκαν αφορούν αμφορείς της Κλασσικής Περιόδου, που κατασκευάστηκαν τον 5ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία Μένδη. Ταυτόχρονα, σε άλλο ναυάγιο εντοπίσθηκαν αμφορείς της Ελληνιστικής Περιόδου, με προέλευση το Βόρειο Αιγαίο, και χρονολογούνται στον 1ο αιώνα π.Χ.. Ίσως σημαντικότερο εύρημα από όλα όμως αποτελεί το φορτίο του τρίτου ναυαγίου, το οποίο αποτελείται από αμφορείς ισπανικής και αφρικανικής προέλευσης, που χρονολογούνται μεταξύ του 1ου και 3ου αιώνα μ.Χ., γεγονός που τοποθετεί τόσο το ναυάγιο όσο και το φορτίο στην Ρωμαϊκή Περίοδο. Χάρις σε αυτές τις πληροφορίες συμπεραίνουμε ότι η Κάσος όχι μόνο συνέχισε τις ναυτιλιακές της δραστηριότητες κατά την Ρωμαϊκή Περίοδο, αιώνες μετά την συμμαχία της με την Αρχαία Αθήνα, αλλά παρέμεινε σημαντικότατο ναυτιλιακό κέντρο, γεγονός που εξηγεί την διέλευση πλοίων από όλη την Μεσόγειο.
Παρόλα αυτά, οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την ιστορία της Κάσου κατά την Ρωμαϊκή Περίοδο και, αργότερα, τα βυζαντινά χρόνια είναι ελάχιστες. Μπορούμε να διαπιστώσουμε όμως πως παρέμεινε ναυτική δύναμη από το γεγονός ότι, μαζί με την Κρήτη, συμπεριλήφθη στις κατοχές των Βενετών μετά το τέλος της Δ΄ Σταυροφορίας, το 1207. Η στρατηγική της θέση αποτέλεσε εύλογα πολύτιμη κτήση των Βενετών, καθώς την κυριαρχία επί του νησιού διεκδίκησαν και οι Γενουάτες το 1287, λήγοντας με την ανακατάληψη του νησιού από τους Βενετούς το 1306. Θα περάσουν αιώνες προτού οι Κασιώτες ανακτήσουν την ελευθερία της πατρίδας τους. Η μοίρα του νησιού θα την φέρει από τα χέρια των Βενετών σε αυτά των Οθωμανών, το 1537, και εντός μερικών χρόνων η Κάσος ερημώνεται, όντας απροστάτευτη και νυν έρμαιο πειρατικών επιδρομών.
Απροσδόκητα όμως, η τύχη θα χαμογελάσει ξανά στο νησί, όταν το ίδιο θα τεθεί υπό την διοικητική αρμοδιότητα του καπουδάν πασά, μέγα ναυάρχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, λαμβάνοντας το προνόμιο της απαλλαγής από το παιδομάζωμα καθώς και την απαλλαγή από την πλειοψηφία των φορολογικών τους δεσμεύσεων. Οι προνομιακές αυτές συνθήκες θα εγκαινιάσουν μια νέα ακμάζουσα εποχή για την Κάσο. Παρά την ζωή υπό τον οθωμανικό κλοιό, η νήσος γνωρίζει μια πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη, καθώς η κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ανατολική Μεσόγειο επιτρέπει στην Κάσο και τους κατοίκους της το ανεμπόδιστο εμπόριο με τα παράλια της Μικράς Ασίας και της Αιγύπτου. Επιπροσθέτως, η προνομιακή κατάσταση του νησιού ωθεί Έλληνες από όλα τα άκρα της αυτοκρατορίας να εγκατασταθούν στην Κάσο, αναζωογονώντας τον πληθυσμό του νησιού που μερικές δεκαετίες πριν θύμιζε ερημωμένο.
Οι συνθήκες αυτές όμως δεν επρόκειτο να διαρκέσουν για πάντα καθώς σύντομα η Κάσος θα βρεθεί για μια ακόμη φορά στο μάτι του κυκλώνα. Η εποχή που θα ακολουθήσει επρόκειτο να καθορίσει τόσο την μοίρα της Ελληνικής Χερσονήσου όσο και κάθε Έλληνα υπηκόου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι σάλπιγγες της επανάστασης δεν θα αργήσουν να ηχήσουν στο νησί και παρά την προνομιούχα θέση που κατείχε η Κάσος, αλλά και των αναλόγων οφελών, οι Κασιώτες δεν δίστασαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί λαϊκή ιστορία του μυημένου στην Φιλική Εταιρία, Κασιώτη Ηλία Κακομανώλη του Ιωάννου, ο οποίος κατέφθασε στο νησί μεταμφιεσμένος ως ιερέας με σκοπό την οργάνωση της αντιστάσεως. Είναι γεγονός λοιπόν, η Κάσος πρωτοστατεί στα Δωδεκάνησα ως το πρώτο νησί που κηρύττει την επανάσταση, μετατρέποντας τον εμπορικό της στόλο σε πολεμικό, με ισχύ 100 πλοίων. Η πρώτη επίθεση απέναντι στα τουρκικά πλοία σημειώνεται μόλις τον Μάιο του 1821, την οποία ακολούθησε η πυρπόληση τεσσάρων εχθρικών πλοίων στο λιμάνι της Αττάλειας. Παράλληλα, οι Κασιώτες διέθεσαν πλοία τους στους συμπατριώτες τους εις όφελος του απελευθερωτικού αγώνα, μέσα στα οποία συγκαταλέγεται και η ναυαρχίδα «Θεμιστοκλής» του Ανδρέα Μιαούλη. Αποκορύφωμα των επιδρομών επί των μεσογειακών ακτών αποτελεί η αιχμαλώτιση δεκατριών πλοίων από την αιγυπτιακή ναυτική βάση της Διαμέτης, το 1822, γεγονότος του οποίου οι συνέπειες θα αποδειχθούν καταστροφικές για τον λαό της Κάσου. Τούτη η λεηλασία ήταν αρκετή για να προκαλέσει την οργή του Οθωμανού ναυάρχου, Ισμαήλ Γιβραλτάρ, υπεύθυνου της καταστολής της επαναστάσεως στην Πελοπόννησο, δίνοντας του αφορμή να εξολοθρεύσει την ηρωική νήσο. Τα σχέδια του Γιβραλτάρ είχαν ήδη γίνει γνωστά στο νησί από τον Απρίλιο του 1924, και στις 12 του Μαΐου, οι κάτοικοι στέλνουν την πρώτη τους επιστολή στην επαναστατική κυβέρνηση, χωρίς να λάβουν απάντηση. Άγγελος της καταστροφής αποτέλεσε ο αιγυπτιακός στόλος, ο οποίος και αφίχθη δύο μέρες αργότερα στις 14 Μαΐου, ωθώντας τους Κασιώτες να επαναλάβουν την έκκληση για ενισχύσεις, στις 17 του μηνός. Δίχως απάντηση, οι Κασιώτες ανέλαβαν μόνοι τους την οχύρωση του νησιού. Άσπλαχνη αποδείχθηκε η μοίρα τους, καθώς απάντησή έμελε να λάβουν στις 27 Μαΐου, την ίδια μέρα με την άφιξη του Γιβραλτάρ και των 45 πλοίων του. Μια απάντηση αποφατική, καθώς η επαναστατική κυβέρνηση έγραψε πως δεν διέθετε τους οικονομικούς πόρους για να οργανώσει μια ικανή αμυντική δύναμη. Και σαν τους τριακόσιους Σπαρτιάτες, οι Κασιώτες στάθηκαν μονάχοι απέναντι σε έναν εχθρό που μακράν υπερέβαινε τους ίδιους.
Η επίθεση ξεκίνησε την ίδια μέρα, με κανονιοβολισμούς στραμμένους στο χωριό της Αγίας Μαρίνας, στέκι των αμυνόμενων, οι οποίοι ανταπέδωσαν πυρά, κρατώντας τον στόλο σε απόσταση για ένα ημερονύχτιο. Τα ξημερώματα της 29ης όμως, η στρατιά του Γιβραλτάρ αποβιβάστηκε κρυφά στην απόκρημνη Αντιπέρατο, σύμφωνα με λαϊκές εικασίες, μετά από πληροφορίες που έλαβαν από έναν κάτοικο, ξένο, ονόματι Ζαχαρία, τον δικό τους Εφιάλτη. Ο απεσταλμένος και ναύαρχος του Γιβραλτάρ, Χουσεΐν Μπέης μάταια προσπάθησε να πείσει τους Κασιώτες να παραδοθούν, και η ιστορία γράφεται από την αυτοθυσία του λαού του νησιού και των Κρητών επαναστατών που με ανδρεία πολέμησαν μέχρι την τελευταία πνοή. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία του πλοιάρχου Μάρκου Ιωάννου, ή Μαλλιαράκης, γνωστού και ως Διακομάρκος, ο οποίος μαζί με τους 40 άνδρες του συνέχισε την αντίσταση από τα βουνά, προτού αιχμαλωτισθεί και παρουσιαστεί ενώπιον του Χουσεΐν. Και ο ίδιος ο Χουσεΐν ήταν αυτός που του χάρισε την ζωή, εντυπωσιασμένος από την ανδρεία του, μια μάταιη ένδειξη σεβασμού όμως, καθώς ο Διακομάρκος κατά την απελευθέρωσή του έκλεψε ένα από τα γιαταγάνια των φρουρών, σφάζοντας τρεις προτού ο ίδιος πέσει αιμόφυρτος.
Η καταστροφή που ακολούθησε ήταν ολοκληρωτική. Ο λευκός αφρός του Αιγαίου βάφτηκε κόκκινος με το αίμα των Κασιωτών που θυσιάστηκαν στον βωμό της ελευθερίας. Όταν οι ναύαρχοι Γεώργιος Σαχτούρης και Κωνσταντίνος Μπουκουβάλας κατέφθασαν στο νησί, δέκα μέρες αργότερα συνάντησαν μονάχα το χάος στο διάβα τους. Το έδαφος του περήφανου νησιού κάλυπταν τα πτώματα αυτών που θυσιάστηκαν για να το προστατέψουν, ερημωμένο από τις επτά χιλιάδες ψυχές που κάποτε το κατοικούσαν. Προς τιμήν των αδικοχαμένων, η επέτειος της καταστροφή γιορτάζεται στο νησί με εκδηλώσεις μνήμης στις 6 και 7 Ιουνίου, σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο. Η Κάσος θα παραμείνει στα χέρια των κατακτητών, και θα περάσει ένας ακόμη αιώνας προτού ο αφρός του Αιγαίου ανταμώσει ξανά με τις ακτές της χερσονήσου, στις 7 Μαρτίου, 1948.
Πηγές
Φραντζής Αμβρόσιος, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τομ. Γ’, κεφ. 2
Διονύσιος Κόκκινος, «Η Ελληνική Επανάστασις», έκδοση «Μέλισσα», Τόμος 4ος, σελ. 204 – 217
Κουτσονίκας Λάμπρος, Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, Τόμος Α΄
Charles R. Krahmalkov, Phoenician Punic Dictionary, 2000
Όμηρος, Ιλιάδα, βιβλίο Β΄ στίχοι 676-680
Γεωργία Τσατσάνη, Καταστροφή της Κάσου: Μάνα, κλαμός και βουγκητός εις το νησί της Κάσου!, ανακτήθηκε από:
httpss://www.ethnos.gr/history/article/160294/katastrofhthskasoymanaklamoskaiboygkhtoseistonhsithskasoy
Η καταστροφή της Κάσου, ανακτήθηκε από: httpss://www.sansimera.gr/articles/1245
Ιστορία της Κάσου, ανακτήθηκε από:
https://kassosnews.blogspot.com/p/blog-page_9732.html
Kasos , ανακτήθηκε από: https://www.hellenicaworld.com/Greece/Geo/en/Kasos.html
Κάσος, ιστορική αναδρομή, ανακτήθηκε από:
https://www.borianoula-apartments.gr/index.php/el/kasos-history-gr
* Κούγκας Κωνσταντίνος
Δημοσιογράφος – Μέλος της Ένωσης Συντακτών Επαρχιακού Τύπου
Αρχαία ναυάγια ανακαλύφθηκαν στον θαλάσσιο χώρο της Κάσου, ανακτήθηκε από:
httpss://www.lifo.gr/culture/arhaia-nayagia-anakalyfthikan-ston-thalassio-horo-tis-kasoy-eikones